Αρχική Σελίδα


Άρθρα Γνώμες Φωτογραφίες
Κυνήγι Μπεκάτσα
(Μπεκατσόσκυλο)




Όλες οι φυλές σκύλων φέρμας είναι κατάλληλες για το κυνήγι της μπεκάτσας. Η ικανότητα ποικίλει από φυλή σε φυλή και από σκύλο σε σκύλο. Οποιασδήποτε φυλής σκύλο καθοδηγούμε θα πρέπει να έχει καλή όσφρηση, σταθερή φέρμα, σωστή φέρμα, αντοχή υγεία και απόρτ. Η αποδοτικότητα αυτών των προσόντων για την συνεργασία (φύση – κυνηγός – θήραμα) με τον σκύλο εξαρτάται από την εκπαίδευση. Από τις αρχές Οκτώβρη θα πρέπει να βγάζουμε τον σκύλο μας για να εξεικοιωθεί σε έλατα, βελανιδιές, οξιές, καστανιές, δημιουργία μυστικής χρωματικής συμφωνίας φυλλοβόλων δένδρων, μικτού δάσους είναι τα μέρη, που δημιουργούν το ανάλογο οικοσύστημα,
για να έχει την ευκαιρία, να αφουγκραστεί την καρδιά της και να μάθει να ξεχωρίζει τις μυρωδιές του δάσους, για να μην φερμάρει αναθυμιάσεις από κοτσύφια, τσίχλες και μικρόπουλα.

Ο τρυποφράκτης είναι ένα από τα μικρόπουλα που εκπέμπει, ίδια αναθυμίαση, με αυτή της μπεκάτσας, με μικρότερη ισχύ βέβαια, λόγω του όγκου του σώματος του, αλλά και ο χρωματισμός είναι παρόμοιος με της μπεκάτσας. Όταν ο σκύλος κυνηγά τουλάχιστον τρεις φορές την εβδομάδα καταγράφει όλες τις μυρωδιές, έχει αντοχής η μύτη του αποκτά οσφρυντική ισχύ σε ενθουσιάζει με τις αρετές του και σε ωθεί στη αναζήτηση του κυνηγιού της. Παρ’ όλα αυτά όμως η μπεκάτσα με την παράξενη συμπεριφορά της έχει τρόπους να μας προσφέρει αποτυχημένες εξορμήσεις. Η συμπεριφορά της μπεκάτσας επηρεάζεται από διαφορές αιτίες, όπως τον καιρό, την ώρα, τον τόπο, τον θόρυβο και την βλάστηση. Η μπεκάτσα πάντα επιλέγει τόπο που να είναι καθαρός κάτω για να μπορεί να βλέπει της διώκτες της και σε περίπτωση κινδύνου να φεύγει αστραπιαία. Ο σκύλος που κυνηγά συχνά την μπεκάτσα αποκτά το βασικότερο πλεονέκτημα που είναι το ψάξιμο με την μύτη στο χώμα γιατί η αναθυμίαση της μπεκάτσας, σε πυκνά μέρη χάνεται, η μυρωδιά αραιώνει ανάμεσα στις πυκνές φυλλωσιές και τα σάπια φύλα. Όταν μάθει την μυρωδιά της την οσφρίζεται με ψηλά το κεφάλι και από μεγάλη απόσταση. Για να φτιάξουμε ένα καλό μπεκατσόσκυλο που θα έχει καθοδηγήσει σωστά και σε τόπους που γεννούν τις μπεκάτσες με δυνατότητα να υπάρχει ο απαιτούμενος χρόνος, των δυο μηνών, που περνάει και ο κύριος όγκος της μπεκάτσας και ο σκύλος να έρχεται σε επαφή με 4 – 5 πουλιά την ημέρα, μια κυνηγετική περίοδος είναι αρκετή. Αν δεν υπάρχει αυτή η δυνατότητα, ούτε ο κυνηγός, ούτε ο σκύλος θα ολοκληρωθούν σ’ όλη τους την κυνηγετική ζωή.

Τα σπουδαία και μεγάλα μπεκατσόσκυλα γίνονται όταν κυνηγάνε όλες τις μέρες της μεταναστευτικής περιόδου της μπεκάτσας και όχι τα Σαββατοκύριακα, που γεμίζει η ύπαιθρος, αυτοκίνητα και σκυλιά και φθάνουν στο ανώτατο κυνηγετικό σημείο ολοκλήρωσης στην ηλικία των 4 – 5 ετών. Μέχρι αυτή την ηλικία σε κάθε κυνηγετική περίοδο θα έχει συναντήσει300 διαφορετικές μπεκάτσες θα έχει τυπώσει και μάθει πολλά πράγματα γύρω από τις συνήθειες της και η εμπειρία είναι αυτή που τα κάνει αποτελεσματικά στο κυνήγι της. Σκεφθείτε ένα σκύλο. Ο οποίος βγαίνει 2 φορές την εβδομάδα που θα τύχει να μην συναντήσει μπεκάτσες, θα τρέχει να εκτονωθεί από την εσώκλειστη κατάσταση που βρίσκεται θα χάνεται στο δάσος, γιατί δεν θα μπορεί να προσανατολισθεί και το ουσιαστικότερο δεν θα είναι συνεργάσιμος για το εφικτό αποτέλεσμα. Το κυνήγι της μπεκάτσας χρειάζεται πολύ πρακτική και μεγάλη εμπειρία, διότι οι αντιδράσεις της είναι απρόβλεπτες και απροσδόκητες. Είμαι σίγουρος και θα πω με βεβαιότητα ότι οι μπεκατσοκυνηγοί, θα αναφέρουν πάντα στις συζητήσεις τους, για την φέρμα της, το φευγιό της, την σωστή απόσταση και θέση, για την ευστοχία της βολής καθώς και τον τρόπο κυνηγιού της. Ο αληθινός αθλητής οικολόγος, μπεκατσολόγος, κυνηγάει, περπατάει στο δάσος, συνεργάζεται και συντροφεύεται από τον σκύλο του, εφαρμόζεται τον τρόπο άσκησης κυνηγιού της έναν και μοναδικό το ψάξιμο. Το πλέον απαραίτητο εξάρτημα για την εξασφάλιση επιτυχίας στο κυνήγι της μπεκάτσας είναι το παραδοσιακό κουδουνάκι. Το κουδουνάκι ακολουθεί το αυτί μας για να ξέρουμε που βρίσκεται και ψάχνει ο σκύλος μας.


Το κουδουνάκι θα πρέπει να είναι μέτριο σε όγκο, αλλά να είναι κατασκευασμένο από υλικό που θα ακούγεται μέχρι τα 500 μέτρα περίπου μέσα στο δάσος του φθινοπώρου, με τα ομιχλώδη μονοπάτια και τις σκοτεινές γωνίες του. Ένα όπλο με κάνη στους 60 πόντους και ανοικτή SLUC είναι το πλέον κατάλληλο για το κυνήγι της, με τα κατάλληλα υποδήματα, που θα βοηθούν τα ανεβοκατεβάσματα στις δασώδεις πλαγιές μια σφυρίχτρα υπερήχων, για το κάλεσμα του σκύλου όταν ανεξαρτοποιείται και ρούχα συμφώνα με τις καιρικές συνθήκες είναι παράγοντες που ανεβάζουν ψυχολογικά την διάθεση μας και φανούν το κυνήγι της μπεκάτσας, ΙΕΡΟΤΕΛΕΣΤΙΑ, στις ατελείωτες ομορφιές του δάσους. Το δάσος πράγματι είναι ο μεγάλος ερωτάς του μπεκατσοκυνηγού, που σε συνδυασμό με την μυστηριακή συμπεριφορά της μπεκάτσας κάνει το κυνήγι της ΙΕΡΟΤΕΛΕΣΤΙΑ.

Αν στο δάσος δούμε κουτσουλίες που είναι άσπρες και λίγο οβάλ σαν νερουλάς ασβέστης, με λίγο σκούρο καφέ στη μέση, μαρτυρεί ότι εκεί γύρω μας, κρύβεται η ταξιδιώτισσα μας η ότι πέρασαν μπεκάτσες. Παρακολουθώντας την μυστηριακή συμπεριφορά της πάνω από 25 χρόνια, παρατήρησα ότι οι μπεκάτσες, περνούν και φθάνουν στη χώρα και όταν οι άνεμοι είναι ανατολικοί, βορειανατολικοί, δυτικοί, βορειοδυτική συνοδευμένοι από ήλιο, βροχή, χιόνι ή παγωνιά. Η παγωνιά είναι η μεγαλύτερη αιτία που εγκαταλείπει την Ελλάδα όπως είπαμε η τσιμπίδα της είναι μαλακή και δεν είναι κομπρεσέρ να ανοίγει τρύπες για να βρει τροφή. Έτσι φεύγει αναγκαστικά βέβαια προς μεγάλη απογοήτευση των Ελλήνων κυνηγών που την αναζητούν και δεν την βρίσκουν. Τα νησιά μας αυτές τις χρονιές, ανταμείβουν πλουσιοπάροχα με τα κορμιά τους, τους εκεί κυνηγούς. Ταξιδεύει σε ομάδες με αρχηγό πλοήγησης αποτελούμενη από 5 – 6 πουλιά μπορεί και περισσότερα. Δεν είναι λίγες οι φορές που έχω συναντήσει πουλιά 20 – 25 μέσα σε μια πλάγια, πιθανόν οι ομάδες να κατευθύνονται σαν από περιπλάνηση, όπου έπιασαν και κόλλησαν χωρίς συνεννόηση και καταστάλαξαν σ’ αυτή την περιοχή πιθανόν η αποδημία της αυτή την εποχή (γιατί συναντώ σχεδόν όλες τις χρονιές τέτοια περάσματα) να οφείλονται προνοητικά, ψάχνοντας για ανεύρεση τροφής όταν τα στοιχεία της φύσης δεν είναι ενάντια στην πτήση τους παρατηρώ κάθε χρόνο τα περάσματα της μπεκάτσας αλλά ένα πέρασμα μιας παγωμένης χρονιάς θα μου μείνει αξέχαστο. Αποβραδίς άρχισε να ανεβαίνει το φεγγάρι, να κάνει βόλτες δείχνοντας τα χαμόγελο του στο χειμωνιάτικο δειλινό . Ενώ η σκέψη μου ότι θα κάνει πέρασμα δεν με άφηνε να «κτυπήσω»και να κλείσω το μάτι. Η έναστρη νύκτα πάντα με αφήνει άυπνο. Ήταν ακόμη καμία ώρα νύκτα σηκώθηκα και ξεκίνησα -μια τουφεκιά δρόμο- και έφθασα σ’ ένα μπεκατσότοπο. Η φεγγαράδα μετέτρεπε σε μέρα την φθινοπωρινή νύκτα, ενώ το ολόγιο φεγγάρι άρχισε να στεφανώνει το σκουροκόκκινο τοπίο, όταν με την άκρη του ματιού μου, διέκρινα το πέταγμα μιας μπεκάτσας, πολύ ψηλά, ίσα με 500 μέτρα στον καταξάστερο ουρανό και ξαφνικά βλέπω μια άλλη κλιμακωτά να την ακολουθεί στα 50 – 80 μέτρα, ενώ σε μένα σπινθηροβολούσαν τα μάτια μου να δω αν θα πιάσουν κάπου, για να έχω το ενθαρρυντικό έναυσμα να τις κυνηγήσω σε μία απόσταση 50 – 60 μέτρων από το παρατήριο μου, ακούω ένα παπ- παπα και μετά ένα άλλο και λίγο πιο πέρα άλλο φευγιό, διαπιστώνοντας έτσι να σηκώνονται και να παίρνουν την κατεύθυνση της πρώτης μπεκάτσας. Παρατηρώντας τις συμπεριφορές αυτών των πουλιών ξημέρωσε.

Μόλις ξημέρωσε διέσχισα το κοκκινόδασος και άρχισα να ψάχνω με την πόιντερ και την σέττερ μου, δύο καταπληκτικά μπεκατσόσκυλα. Αφού περπατούσα μέσα στο δάσος διαπίστωσα να είναι «σκαμμένο» και γεμάτο κουστουλιές. Αυτό φανερώνει ότι τα πουλιά αποθήκευαν τροφή για ταξίδι. Κάνοντας αυτές τις σκέψεις έριχνα συγχρόνως, κλέφτες ματιές, με το βλέμμα μου ανάμεσα στο δένδρα την ασπρόμαυρη σκύλα μου την POINTER, να κινείται σιγά όταν ξαφνικά σταμάτησε, το κουδουνάκι ανέβηκε η αδρεναλίνη μου, αρχίζω και βάζω μπρος το μοτεράκι μου κατευθυνόμενος κοντά της την συλλαμβάνω σε μία λοξή φέρμα. Προσπαθούσα να μαντέψω το σημείο λούφαξης της και να πάρω την κατάλληλη θέση, όταν ξαφνικά στα 10 μέτρα από εκεί που κοκάλωσε η ΓΚΡΕΤΑ μου άκουσα το φευγιό της και την είδα λίγο να φεύγει βολίδα, να καμουφλάρεται, πίσω από τα μεγάλα ντούσκα υποχρεώνοντας με σε μια αβέβαιη ντουφεκιά, ενώ συγχρόνως ή σέττερ μου η BONELA να την κοιτάζει απορημένη. Ψάχνοντας το δάσος από άκρη σ’ άκρη προς όλες τις κατευθύνσεις, ακολουθώντας τις δυναμικές και εγκεφαλικές σκύλες μου, κάποια στιγμή τις έχασα από το αυτί μου. Ακολουθώντας τον ήχο από τα κουδουνάκια τους, ρίχνοντας ματιές αίσθησης κυνηγιού, όταν αντίκρισα με το βλέμμα μου καμιά 50νταριά μέτρα πίσω από μια μεγάλη ντουσκάδα, να φερμάρουν, να ποντάρουν, να είναι ανήσυχες ενώ η έντονη περιέργεια μου ωθεί την σκέψη μου ότι η μπεκάτσα ακολουθείτε από τις όμορφες σκύλες μου και περπατάει για να τις ξεγελάσει και να τους ξεφύγει. Πράγματι διαπίστωσα ότι ήταν μια πονηρεμένη μπεκάτσα όταν άκουσα τα μαεστρικό της και συνάμα ακροβατικό οικείο ΠΑΠΑ-ΠΑΠΑΠ που μαρτυρούσε ότι
ξεγλίστρησε και ξέφυγε.

Συνέχισα να ψάχνω με μεγάλο ζήλο, όλη μέρα και δεν κατάφερα να συναντήσω άλλη. Έχω πεισθεί πλέον ότι είναι αδύνατο να προσδιορισθεί μια νύκτα αν θα είναι ευνοϊκή ή όχι για πέρασμα. Πρέπει να έχει αδάμαστη υπομονή, επιμονή και να κυνηγάει πάντοτε με την ίδια ελπίδα. Έτσι αποκτά αντοχή, γιατί ανεβοκατεβαίνει δύσκολες πλαγιές με έλατα, καστανιές, βελανιδιές, ντούσκα. Με την επιμονή του αυτή ο σκύλος του αποκτά δύναμη, αντοχή εξεικοιώνεται με το κυνηγετικό περιβάλλον και καταλαβαίνω ότι θα κυνηγήσει αρκετές ώρες, ελαττώνοντας την ταχύτητα του, κάνοντας οικονομία δυνάμεων και η συνεργασία γίνεται μοναδική. Για την καλή συνεργασία και χωρίς προβλήματα στο κυνήγι του ο μπεκατσοκυνηγός κυνηγάει μόνος του. Γνωρίζει ότι αν ακολουθείτε από κάποιο φίλο του, οι πιθανότητες τραυματισμού μιας απρόσμενης τουφεκιάς είναι πολλές λόγω των φυσικών συνθηκών που επικρατούν στο δάσος.

Μπορεί τα σκυλιά του να μας διώξουν μια μπεκάτσα μικροσκηνές που παρουσιάζονται, με αποτέλεσμα να νευριάσουμε, να λογομαχήσουμε πιθανόν να έχει αποτέλεσμα να χαλάσει η ψυχολογία μας και μαζί της η κυνηγετική μας μέρα, αν όχι και η φιλία μας. Μοναχός θα σηκώσεις περισσότερα πουλιά από ότι και οι δύο μαζί και τα σκυλιά θα έχουν δυνατότητα να τις συναντήσουν μόνα τους αποκτώντας εμπειρίες. Για να έχουμε μπεκάτσες στην Ελλάδα θα πρέπει τον Σεπτέμβρη και αρχές Οκτώβρη να βρέξει για να υπάρχει δυνατότητα να αναπτυχθεί τροφή στη γη μας. Τέτοιες καλές χρονιές έχω συναντήσει μπεκάτσες μέσα στον ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ σε κυνήγι πέρδικας. Το χιόνι δεν την φοβίζει γιατί καταφέρνει και βρίσκει την τροφή της, κάτω από τα κέδρα, τα έλατα στις ρίζες και τους κορμούς των δένδρων και δεν μας εγκαταλείπει. Οι δυνατές παρατεταμένες ξεροπαγωνιές όμως την αναγκάζουν να μας φύγει.

Η βροχή σκορπίζει τα περάσματα γιατί βρίσκουν παντού τροφή και υγρασία. Με ένα καλό μπεκατσόπουλο και τέτοιες συνθήκες έχουμε καλά αποτελέσματα. Συμβαίνει βέβαια και με νοτιαδούρα πολλές φορές να συναντήσουμε αρκετές μπεκάτσες. Κάτω από αυτές τις καιρικές συνθήκες συναντάμε πολλές δυσκολίες στο κυνήγι της, διότι τρίβονταν τα φύλλα, ο άνεμος παρασύρει μακριά την αναθυμίαση της, περπατάει πολύ εύκολα και γρήγορα, αντιλαμβάνοντας τον κάθε κίνδυνο γίνεται πραγματικά ένας άπιαστος δρομέας. Ενώ ο σκύλος με τον δυνατό αυτό άνεμο πιάνει την μυρωδιά της από απίστευτες αποστάσεις ενώ σηκώνεται πάντα σχεδόν πριν την προλάβει να την φερμάρει και γενικά δεν είναι ευχάριστο το κυνήγι της. Βεβαίως ο σκύλος μαθαίνει να την ακολουθεί πιο ήρεμα, μαθαίνει να την ποντάρει δύσκολα να την μπλοκάρει, ενώ κοιτάζει τον αέρα πείθεται ότι θα σηκωθεί το φάντασμα. Για να μην απογοητευόμαστε όμως πρέπει να είμαστε πρώτα παρατηρητές της φύσης και να μην αφήνουμε τίποτα στην τύχη. Τις απογευματινές ώρες συνήθως περιφέρεται στο δάσος, συμπεριφέρεται νευρικά, είναι ανήσυχη και δεν δέχεται εύκολα, χωρίς αυτό να συμβαίνει πάντα. Η συμπεριφορά της αυτή εξηγείται γιατί πλησιάζει το σούρουπο και η ώρα που θα αφήσει το δάσος για να βγει στα ξέφωτα και ανοιχτά λειβαδοχώραφα για ανεύρεση της τροφής της. Από την ώρα 17:40 εώς 18:00 εγκαταλείπει το βασίλειο της, αλλά είναι και η ώρα που είναι ορατή, όπου ο οικολόγος αθλητής κυνηγός και παρατηρητής της φύσης. Θα παρακολουθήσει το βραδινό πέρασμα της για να διαπιστώσει αν έφθασαν πουλιά, την κατεύθυνση που πετούν, για να έχει τα έναυσμα να την ψάξει με το ξημέρωμα της άλλης μέρας ή να αλλάξει περιοχή για την αναζήτηση της. Δεν πρέπει να περάσει ποτέ από τον νου του να τουφεκίσει μπεκάτσα στο καρτέρι διότι είναι σκέτη δολοφονία αυτή η πράξη σ’ αυτό το υπέροχο πουλί. Επίσης θα πρέπει να αποτρέπει και να πείθει άλλους κυνηγούς να μην δολοφονούν έτσι αυτό το πουλί. Πραγματικά πρέπει να υπάρξει συνείδηση στον κάθε κυνηγό να μην κάθεται καρτέρι περατό ότι είναι δολοφονία είναι και λαθροθηρία.

Σωστά ο νόμος προστατεύει αυτό το θήραμα και η επιβαλλόμενη πειθαρχία γίνεται συνείδηση διότι αν δεν γίνει συνείδηση στους τουφεκιοφόρους πάντα στον νόμο, θα βρίσκουν τρόπο να ξεφεύγουν. Για το κυνήγι της μπεκάτσας πρέπει να αναπτύξουμε αθλητικό πνεύμα για να έχουμε ποιοτικό κυνήγι. Ο σπορτσμά μπεκατσοκυνηγός φροντίζει να αναπτύξει ικανότητες, να παρακολουθεί τον σκύλο του να τον καθοδηγεί παίρνει την κατάλληλη θέση κοντά του όταν φερμάρει, παρατηρεί με στατικά στοιχεία τα σηκώματα και τις επιτυχίες της κάθε κυνηγετικής περιόδου. Πολύ σπάνια μπροστά στα μπεκατσόσκυλα μου δεν έχω την δυνατότητα να πάρω θέση. Γιατί ποτέ δεν βιάζομαι, στοιχείο που δεν εκνευρίζει τα σκυλιά, για γρήγορο ξεπέταγμα από ζόρισμα πάνω στην μπεκάτσα. Τα «ρίχνω» στο κυνήγι της την κατάλληλη στιγμή αφού προηγηθεί κατάλληλη εκπαίδευση σε περιβάλλον που υπάρχει άγριο θήραμα. Μια από τις καλές σκύλες μου η ΓΚΡΕΪΣ της φυλής σέττερ, είναι τόσο ανεξάρτητη μερικές φορές, μέσα στο δάσος που με κουράζει να διαλέξω να πάρω την καλύτερη θέση. Σίγουρα έχει την εμπιστοσύνη μου αλλά μέχρι να προσαρμοσθεί στις μπεκάτσες χρειάζεται λίγος χρόνος. Για να πάρουμε την κατάλληλη θέση ακολουθούμε σε μια απόσταση 40 -50 μέτρων, που ποικίλει ανάλογα με την βλάστηση, το ζώο μας και όταν φερμάρει πλησιάζουμε πλάγια τον σκύλο μας, -αυτά για τους νεοφώτιστους- ποτέ πίσω από τον σκύλο και αρχίζουμε να πλησιάσουμε την φέρμα του σκύλου. Την στιγμή που βρισκόμαστε δίπλα στο σκύλο και σταματάμε παρατηρούμε την συμπεριφορά του σκύλου που δείχνει «ψαχνό». Προσπαθώντας να μαντέψουμε που λουφάζει αυτή η στιγμή είναι η πιο κρίσιμη. Η στιγμή που είμαστε εκεί η μπεκάτσα ενοχλείτε, θα ξεπεταχθεί από εμάς η μόνη της και ποτέ από τον σκύλο χωρίς αυτό να συμβαίνει πάντα. Υπάρχουν μέρες που δέχεται αρκετά και δεν σηκώνεται. Τέτοιες μπεκάτσες ο έμπειρος μπεκατσοκυνηγός τις διακρίνει ενίοτε κάτω στο έδαφος.


Σίγουρα παρατηρεί και έχει το χρόνο να μας ξεφύγει καμουφλάροντας στο φευγιό της κάποιο εμπόδιο. Δύσκολα να την χάσουμε. Ας την τουφεκίσουμε πέφτει υπέροχα, θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε τον σκύλο μας στο απόρτ. Αν έχει «σκληρό δόντι» και βάλει τα εντόσθια της να αλοίψεται στην μουσούδα του σκύλου και η μυρωδιά τους θα τα αποτρέψει και δύσκολα θα το ξανακάνει τόσο σκληρά. Το απόρτ του θα γίνει πολύ μαλακό και κάποια στιγμή θα γίνει τέλειο. Σαν μπεκατσοκυνηγός ονειροπολώντας στο δάσος, μου έρχονται αναμνήσεις και μαζί η επιθυμία να περιγράφω, για το πνευματικό και ποιοτικό κυνήγι αναζητώντας το συγγραφικό μου ταλέντο. Τις πιο δυνατές συγκινήσεις μας προσφέρουν οι μπηχτές ντουφεκιές. Έντονα θυμάμαι και μου φαίνεται αδύνατο να ξεχάσω «το κλείδωμα» μιας μπεκάτσας από τον σέττερ μου τον ROCCO σ’ ένα πυκνό κοψούρι ντουσκόν χωρίς ορατότητα. Ήταν μια φθινοπωρινή ημέρα στα μέσα ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ, περπατώντας μέσα στο ομιχλώδες δάσος από έλατα και ντούσκα με τις δροσοσταλίδες της φυλλωσιάς να δροσίζουν το πρόσωπο μου το τραγούδι του κουδουνιού να συντροφεύει το ευατό μου – ΘΕΕ ΜΟΥ ΤΙ ΜΑΓΕΙΑ- και τον φιλαράκο σκύλο μου, να συνεργάζεται με την πραγματική έννοια του κυνηγώ, να προσπαθεί να ανιχνεύσει την αναθυμίαση της σιωπηλής και αόρατης μπεκάτσας. Είμαι πεπεισμένος από την συνεργασία δάσος, σκύλος, κυνηγός για την αναζήτηση της βελουδομάτας. Είχε διανύσει κάμποσα μέτρα στο δάσος παρατηρώντας της άνετες και γρήγορες κινήσεις του, το τραγούδι από το κουδουνάκι τελείωσε η σκέψη μου πηγαίνει στην δυνατή και εκλεπτυσμένη όσφρηση του και συγχρόνως με αναγκάζει να ψάχνω τον σκύλο, οδηγούμε στον εντοπισμό του, από το λαμπίρισμα ηλιαχτίδας φωτίζοντας την ράχη του, ενώ αυτός καρφωμένος σε μια από τις ωραιότερες σεττερίσιες φέρμες του, με την ουρά του να χαϊδεύει ανάλαφρα το γήινο στρώμα με τις μεταξένιες τρίχες της κροσσωτής ουράς του, να στάζουν, να περιμένουν, δίνοντας την εντύπωση ότι κάτι το αορατό σέρνει μπροστά του και τον τραβά επιφυλακτικά.

Η συναρπαστική αυτή στιγμή είναι κάτι που επαναλαμβάνεται πολλές φορές σε μια κυνηγετική περίοδο. Γλιστρώ ανάμεσα από τις πυκνές φυλλωσιές, αβίαστα και αθόρυβα προσπαθώ να πάρω την κατάλληλη θέση, ενώ με το ανήσυχο κυνηγετικό βλέμμα μαντεύω το μέρος που την φιλοξενεί λουφαγμένη. Η καχυποψία της την ωθεί και της δίνει ένα φοβερό και δυνατό πέταγμα βάζοντας για κάλυψη τα πυκνά φυλλώματα, ενώ στο άκουσμα του φευγιού της η γρήγορη ματιά μου, στην μοναδική τρύπα από την θέση, που ήμουνα, μου επιτρέπει να τις ρίξω ένα ντούμπλε. Στο ξέφωτο όπου καθόταν πιο πάνω χωρίς να το έχω αντιληφθεί ο θείος μου ΣΚΟΥΡΑΣ Γιάννης ακούστηκε να λέει «ΠΑΕΙ ΤΗΝ ΚΑΠΙΝΙΣΕ ΑΥΤΗ» ενώ ο μπάρμπα Κώστας ρωτούσε τι κυνηγάνε; Όταν ακούστηκε να αποκρίνεται ο θείος μου ότι κυνηγάνε μπεκάτσες συνέχισε να λέει. «ΤΙ ΤΑ ΘΕΛΟΥΝ ΑΥΤΑ ΤΑ ΠΑΛΙΟΠΟΥΛΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΤΥΠΑΝΕ, ΟΛΟ ΤΣΙΜΠΙΔΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΝΑ ΒΑΡΑΝΕ ΦΑΣΕΣ ΑΥΤΑ ΕΙΝΑΙ ΠΟΥΛΙΑ, ΕΙΝΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΑ ΚΟΥΤΜΟΥΚΙΑ» Παροτρύνοντας τον σκύλο μου να την ψάξει άλλοτε κοντινά, άλλοτε μακρύτερα, η μπεκάτσα πουθενά. Όλη την ώρα που ο σκύλος, έψαχνε και βλέποντας ότι δεν έρχεται με το πουλί στο στόμα άρχισα να ακολουθώ την πορεία του πέταγμα της, σκεπτόμενος ότι μπορεί να κάνει κάποιο τόξο και να ξαναπιάσει. Κάποια στιγμή ο σκύλος έρχεται χωρίς να έχει την ταξιδιάρα, στο στόμα του, αλλά ξαφνικά βλέπω να χαμηλώνει, ποντάρει για λίγο και φερμάρει χωρίς ένταση στην φέρμα του, το βλέμμα μου πέφτει ανάμεσα σε δυο κορμούς δένδρων στα πεσμένα φύλλα του κόκκινου χρώματος και διακρίνω την μπεκάτσα σε κατάσταση οκνηρίας και μη εγρήγορσης, δείχνοντας ότι δεν είχε επαφή με το περιβάλλον. Ο σκύλος διαπιστώνω ότι δυσκολεύεται να την εντοπίσει γιατί εκεί αναπτύξει τον αμυντικό μηχανισμό της αυτοπροστασίας, αυτοσυντήρησης εκπέμποντας μικρή αναθυμίαση και ο σκύλος την είχε σκεπάσει με το σώμα του και κουνούσε ασθενικά την ουρά του, που με ρυθμό της χτυπούσε ανάλαφρα το κεφαλάκι της μπεκάτσας αλλά αυτή δεν αντιδρούσε.

Θα πρέπει να σημειώσω ότι ο σκύλος φερμάριζε το πουλί αφήνοντας το πίσω του δηλαδή φέρμα καθιστή, με το κεφάλι του μπροστά και την μπεκάτσα πίσω στην άκρη της ουρά του. Αυτό συνέχισε να γίνεται επί 5 λεπτά περίπου, ο σκύλος καθιστός στην φέρμα του, με την μπεκάτσα να βρίσκεται στην ουρά του, όταν ξαφνικά κάνει ένα γρήγορο περπάτημα, δίχως να νοιάζεται για την παρουσία μας και να μουλώχνει σ’ ένα αυλακωτό σημείο με λίγα κεδράκια.

Η αντίδραση του σκύλου, δεν ήταν άμεση και αναγκάστηκα να τον καθοδηγήσω. Κινούμενος και καθοδηγώντας τον, μόλις την πλησίασε την φερμάρισε με ένταση τούτη την φορά. Η παρουσία μας κοντά της την ωθεί και σηκώνεται με πολύ καλό πέταγμα, για να απομακρυνθεί, για κακή της τύχη όμως χτυπάει πάνω σ’ έναν κορμό από ντούσκο, πέφτει κάτω όπου τρέχει ο σκύλος μου και την φέρνει.

Παρατήρησα λεπτομερώς όλο της το σώμα, δεν είχε ούτε σκάγι, είχε πάρει όμως ένα σκάγι, στη Βάση, στο κάτω μέρος του ράμφους της, που την υποχρέωσε σε ζάλη, να πέσει αμέσως κάτω χωρίς να αντιδρά. Της προσέφερα τις πρώτες βοήθειες και κατάφερα, να την διατηρήσω επί 2μηνο στην ζωή, σε ένα δροσερό μέρος, με την βοήθεια ενός ψυγείου που έβγαζε παγάκια, τα οποία τοποθέτησα στο έδαφος και για την διατροφή της φρόντιζα πάντα να βρίσκω, γεωσκόλικες, με τους οποίους ξετρελαίνονταν.

Ώσπου μια μέρα τον Μάρτη την άφησα ελεύθερη. Έχω προσπαθήσει πάρα πολλές φορές να διατηρήσω πληγωμένες μπεκάτσες και δεν τα κατάφερα ποτέ. Πιθανόν να μην διατηρούνται στη ζωή, επειδή έχουν δύσκολο σιτηρέσιο. Πιθανόν το τραύμα της να είναι τέτοιο που να μην της επιτρέπει να επιβιώσει. Ζούσαν για κάμποσες ημέρες., τρώγανε ακατάπαυσα, αλλά αδυνατίζανε, ώσπου ερχόταν το μοιραίο. Η πληγωμένη μπεκάτσα εάν ο σκύλος, δεν κινηθεί γρήγορα, απομακρύνεται και είναι πολύ πιθανόν, αν δεν την φάνε τα αγρίμια (αλεπούδες – κουνάβια) να την ξανά συναστήσουμε πάλι, την επόμενη μέρα αν κυνηγήσουμε στο ίδιο μέρος. Τα σκυλιά δεν θα την εντοπίσουν εύκολα διότι εκπέμπει πολύ μικρή αναθυμίαση και μην σας φανεί παράξενο να βλέπετε τα σκυλιά να παίρνουν στην κυριολεξία από πάνω της και να μην μπορούν να την εντοπίσουν.
Οι μπεκάτσες έχουν και μια άλλη συνήθεια, όταν δεν κάνουμε θόρυβο, δεν ξεφεύγουν πετώντας αλλά περπατώντας και ειδικότερα με νοτιαδούρα, καμία φορά πετυχαίνουν και κοροϊδεύουν τον σκύλο, με μπεκατσοκυνηγών συνηθίζεται να λέγεται βατραχοπήδημα. Αν τουφεκιστεί και δεν χτυπηθεί, δεν δέχεται εύκολα την παρουσία του σκύλου, αλλά μόλις ακούει το κουδουνάκι του σκύλου τρέπεται σε φυγή ενώ την επόμενη μέρα φτου και από την αρχή θυμάμαι ότι έχουν περάσει αρκετές μέρες χωρίς επιτυχία παρ’ όλες τις συντονισμένες προσπάθειες μου. Η δύναμη της προσμονής και η εξωτερίκευση των κυνηγετικών μου ενστίκτων, ατσάλωναν την θέληση και το πείσμα μου για τα μάτια της και την βελουδένια φτιαξιά τους. Είναι γεγονός ότι πήρα μια φέρμα ολόκληρη την εβδομάδα σε ολοήμερο κυνήγι αλλά και η πονηρή μπεκάτσα, μου ξεγλίστρησε λες και ήξερε τις την περίμενε. Οι οπτικές επαφές μ’ αυτό το πουλί διαρκούν ελάχιστα, τα συναισθήματα όμως που αφήνει είναι ακριβώς τα αντίθετα.

Τριγυρνούν μέσα στα σοκάκια του μυαλού μου, σαν τις άδικες κατάρες που ζητούν λύτρωση.

Λύτρωση που έρχεται όταν την δεις επιτέλους στο στόμα του σκύλου και έρχεται περιχαρής. Μια καθημερινή μου συνήθεια και ίσως ένα από τα καπρίτσια μου είναι η κίνηση μου στο δάσος, που σαν ομφάλιος λώρος ενώνει την δύναμη της ψυχής μου που μοιάζει τόσο οικεία, με το περιβάλλον που ζει η ταξιδιώτισσα μας.

Όπως και να έχει το πράγμα, ο καθένας τραβάει τον δρόμο του σαν δύο παράλληλες ευθείες. Μία μέρα λοιπόν σαν τις προηγούμενες κατευθύνθηκα, για τον ίδιο τόπο με τις ίδιες προσδοκίες. Τίποτα δεν ήταν διαφορετικό τίποτα δεν πρόδιδε αυτό που θα επακολουθούσε. Έφτασα στον τόπο και ο καιρός ομιχλώδες, με κάποια σύννεφα που δήλωναν πως έρχεται βροχή. Άρχισα να ντύνομαι κατάλληλα με μεγάλη όρεξη φόρεσα το αδιάβροχο μου και περιεργαζόμουν, τον εξοπλισμό με κάθε λεπτομέρεια, φυσίγγια, τσοκάκια όπλου αλλά και ποιόν σκύλο να οδηγήσω στην αναζήτηση της βελουδομάτας.

Όλα έπρεπε να είναι όπως πρέπει σ’ αυτή την αναμέτρηση. Οι εμπειρίες των χαμένων τουφεκίων, δεν αφήνουν περιθώρια για λάθη, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή ακόμη και στην τελευταία λεπτομέρεια για να υπάρχει το πολυπόθητο αποτέλεσμα. Σε λίγη ώρα και αφού ήμουν ψυχολογικά και σωματικά έτοιμος μπήκα στο δάσος, κοίταξα γύρω μου και διαπίστωσα ότι είχε ιδανικές συνθήκες. Μετά από την αρχική ευφορία που μου προκάλεσε το ομιχλώδες δάσος προσγειώθηκα στην πραγματικότητα. Συνήθως σ’ αυτές τις περιπτώσεις που το δάσος είναι ομιχλώδες, τα πουλιά δεν ζυγώνονται, από τους νοτιάδες που επικρατούν, φεύγουν δεν μπορούμε να υπολογίσουμε την απόσταση ξεπετάγματος με αποτέλεσμα μακρινές τουφεκιές με αμφίβολο αποτέλεσμα.

Με αυτές τις σκέψεις στο μυαλό μου και με λαχτάρα να δω κάτι καλό, πέρασε περίπου μιάμιση ώρα. Ξαφνικά και ενώ βρισκόμουν περίπου 60 μέτρα από τον σκύλο μου, τον βλέπω να παγώνει, πλησιάζω προς το μέρος του αρχίζοντας να διαγράφω μια τοξοειδή πορεία για να αποφύγω κάτι μεγάλα και πυκνά έλατα και συνέχισα τον δρόμο μου. Βγήκα κερδισμένος.

Ήταν προφανές ότι δεν με κατάλαβε. Έχω παρατηρήσει ότι δεν ενοχλείται πάρα πολύ από το έμπειρο και μαλακό ποντάρισμα του σκύλου. Διαπίστωσα ότι ένα μικρό χορταράκι κρεμόταν από το ράμφος της με αποτέλεσμα να μην προλάβει να το χάψει. Συνέχισα με μεγαλύτερη αισιοδοξία μετά απ’ αυτή την συνάντηση. Σε δέκα λεπτά περίπου και ενώ βρισκόμουν σ’ ένα πυκνό από βάτα και φτέρες , κατάλαβα πως κάτι συνέβαινε πίσω μου. Γυρίζω το οπτικό μου πεδίο και αντιλαμβάνομαι την φέρμα του σκύλου μου. Έφερα ενστικτωδώς το όπλο στον ώμο μου και πίεσα ακαριαία την σκανδάλη. Είδα την μπεκάτσα, να τινάζεται και να πέφτει στα κλαδιά ενός μικρού έλατου και να στέκεται εκεί πάνω. Την έπιασα με το χέρι μου και την έριξα να μου να μου την φέρει ο σκύλος. Η μπεκάτσα έμενε ακίνητη αλλά έβγαζε αρκετό αίμα με τις βαριές ανάσες της. Παρότρυνα τον σκύλο μου και την έφερε. Εξακολούθησε να είναι ζωντανή, όταν ένα δυνατό κτύπημα στο κεφάλι πάνω στο κουτάκι το όπλου έδωσε τέλος στο μαρτύριο της. Συνέχισα στο ίδιο μοτίβο αλλά τώρα ήμουν πολύ πιο χαλαρός και ανεβασμένος.

Είχα φθάσει πλέον στην κορυφή του βουνού και από εκεί έβλεπα με «ΑΛΛΟ ΜΑΤΙ».


Ήμουν ο κυρίαρχος του παιχνιδιού και το απολάμβανα. Περνούσαν από το μυαλό μου χίλιες δύο όμορφες σκέψεις – ζώντας την δική μου ευτυχία- μέσα στο βασίλειο της Αρτέμιδας και του Απόλλωνα, που μαζί διδάξανε στον κόσμο το κυνήγι- συντροφιά με τον σκύλο μου. Πήρα βαθιές ανάσες και άρχισα να κατεβαίνω. Στον γυρισμό κουβαλούσα δύο μπεκάτσες και το σακίδιο μου φαινόταν πανάλαφρο. Γιατί θα πρέπει να γνωρίζεται ότι πιο βαρύ σακίδιο είναι το άδειο. Όταν έφθασα περίπου στη μέση του βουνού είχε περάσει σχεδόν μια ώρα. Κάπου εκεί σταμάτησε το κουδουνάκι.

Άρχισα να ψάχνω το σημείο που είναι ακινητοποιημένος. Κάνοντας 15 μέτρα περίπου είδα να ασπρίζει η ράχη του. Συνέχισα την πορεία μου και πλησίασα. Πήρα μια βαθιά ανάσα και σταμάτησα. Παρατήρησα ένα παράξενο, αγρίμια. Προχώρησα πιο πολύ και διέκρινα ένα αγριογούρουνο, λουφαγμένο, στον κορμό ενός αιωνόβιου ντούσκου, ενώ τα πελώρια βάτα και λίγα έλατα που παρείχαν πλήρη κάλυψη. Στο όπλο μου υπήρχαν 9άρια σκάγια για το κυνήγι της μπεκάτσας. Το σημάδεψα στο κεφάλι. Το οστικό κύμα μαζί με τα σκάγια, το βρήκε εκεί που ΕΠΡΕΠΕ.

Άρχισε να σκούζει και να προσπαθεί να ξεφύγει. Σύρθηκε με τη κοιλιά γύρω στα 200 μέτρα, μέσα στα ρουμάνια και έστρεψε το μουσούδι του να με δαγκώσει την στιγμή που το έπιασα από το πόδι, για να το αποτρέψω να εισέλθει σε ένα μεγάλο χαντάκι. Ήταν χτυπημένο αλλά δεν μου ενέπνεε εμπιστοσύνη. Έβαλα στη θαλάμη του όπλου μου ένα μονόβολο, κατάλληλο για το τομάρι του και το σημάδεψα στον εγκέφαλο. Η βολή το βρήκε τούτη τη φορά εκεί που έπρεπε, άνοιξε το στόμα του διάπλατα και ξεψύχησε. Ήταν γύρω στα πενήντα κιλά. Το έδεσα με το λουρί του σκύλου (ενώ το σέττερ μου του δάγκωνε τα αυτιά δείχνοντας την κυνηγετική του μανία) και άρχισα να το σέρνω. Ευτυχώς που ο αγροτικός δρόμος ήταν προς την κατηφόρα και κατάφερα να το σύρω χωρίς κόπο. Πήγα και πήρα το αυτοκίνητό μου και το πήγα στο σημείο που κείτονταν στο χώμα ο άψυχος μονιάς. Έβγαλα το κυνηγετικό μου μαχαίρι, άνοιξα τα εσωτερικά του, έβγαλα τα εντόσθια και το στομάχι, και τα άφησα να τα γευτεί κάποιο αγρίμι. Στην συνέχεια αφαίρεσα τα γεννητικά του όργανα για να μην μυρίσει το κρέας του και τελειώνοντας αυτή τη διαδικασία το τοποθέτησα στο επάνω μέρος του οχήματος μου και κατευθύνθηκα για το σπίτι μου στο χωριό. Επακολούθησε πανηγύρι καθώς γνωστοί και φίλοι ήρθαν να δουν και να θαυμάσουν τα δώρα του δάσους. Το γδάρσιμο και το τεμάχισμα πήρε τέλος. Επακολούθησε πανικός αφού οι προνοητικότεροι είχαν ήδη ανάψει φωτιά και είχαν επιδοθείς το ψήσιμο του. Δεν θυμάμαι να είχα ξανάφάει τόσο νόστιμη συκωταριά. Κοιτάζοντας τις μπεκάτσες όμως, αυτές ήταν που με μάγευαν και μου έδιναν κουράγιο για το πρωινό ξύπνημα.

Η εμπειρία, η αγάπη και ο σεβασμός για το κυνήγι της με ώθησαν στα απαραίτητα στοιχεία στατιστικής της 3ης δεκαετίας αφοσίωσης μου, στα βελούδινα μάτια της. Ενδεικτικά παραθέτω ότι από της 20 του Οκτώβρη μέχρι και το πρώτο δεκαήμερο του Γενάρη, που περνά και ο κύριος όγκος μετανάστευσης, παρατήρησα ότι με ένα έμπειρο σκύλο, ο μέσος όρος πουλιών που θα σηκώσουμε είναι 5-6 την ημέρα. Ανάλογα βέβαια με τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα μας. Είναι χρονιές πάρα πολύ καλές άλλα και χρονιές πάρα πολύ φτωχές. Μαθαίνοντας μία εσωτερική αλφαβήτα, αυτήν της αδάμαστης υπομονής, αχαλίνωτης θέλησης, με ατσάλινα νεύρα αψηφώντας βροχή, κρύο, χιονόνερο κατάφερα να σηκώσω και 25 πουλιά σε μία ημέρα, αλλά υπήρξε και εβδομάδα που δεν σήκωσα ούτε μία. Τα συνήθη ποσοστά επιτυχίας με έμπειρα σκυλιά, με γνώση στη λειτουργία της φύσης, των καλύτερων μπεκατσοτόπων της Ελλάδας αντιστοιχούν σε δύο πουλιά την ημέρα. Σίγουρα θα υπάρξουν ημέρες που θα γυρίσουμε με γεμάτο το σακούλι μας αλλά θα υπάρξουν και ημέρες που θα γυρίσουμε με μία ή και καμία μπεκάτσα.

Άλλωστε για αυτό και ο λαός μας έχει βγάλει τη σοφή παροιμία «Του κυνηγού και του ψαρά το πιάτο δέκα φορές είναι άδειο και μια φορά γεμάτο».

Έχω πεισθεί πλέον ότι το 80% των κυνηγών καρπώνονται από μία έως πέντε μπεκάτσες το χρόνο, το 15% με 17% καρπώνονται από μία έως δέκα πέντε μπεκάτσες το χρόνο και ένα 3% με 5% είναι οι μπεκατσοκυνηγοί με διαφορετικές δυνατότητες και ικανότητες ο καθένας.

Ο αξιέπαινος αγώνας του κυνηγού που θα γυρίσει με μία μπεκάτσα, δείχνει ότι έχει μάθει να εκτιμά το κυνήγι της σύμφωνα με το επίπεδο του θηράματος και όχι με τον όγκο και τον αριθμό του. Και ακόμα ποιο αξιέπαινος είναι ο κυνηγός που θα ρίξει ένα ή δύο φυσίγγια και θα έχει συνειδητοποιήσει τη σχέση επιπέδου μεταξύ θηράματος και φυσιγγίων. Έτσι ο κυνηγός που θα φέρει τρεις μπεκάτσες έχοντας ρίξει 15 φυσίγγια είναι κατώτερος του κυνηγού που θα επιστρέψει με τα ίδια πουλιά αλλά έχοντας ρίξει 5 ή 8 φυσίγγια.

Ο κυνηγός θα πρέπει να γνωρίζει ότι στο κυνήγι της μπεκάτσας χρησιμοποιούνται φυσίγγια διασποράς (8, 9, 10 & 11).

Πόσες θα γκρεμίσει εξαρτάται από τον ίδιο διότι καλός ο σκύλος αλλά δεν τουφεκάει καλά.

Τέλος της άνοιξης αποχαιρετά την πατρίδα μας, τραβά προς το βορρά τελειώνοντας έτσι την μεταναστευτική της οδύσσεια, αφήνοντας συναισθήματα να τριγυρνούν όλο το καλοκαίρι το μυαλό μας, αφού στη πατρίδα μας δεν τη συναντάμε αλλά προσδοκούμε τον ερχομό της το φθινόπωρο.

Η μπεκάτσα είναι ένα από τα νοστιμότερα και πιο περιζήτητα εδέσματα. Έχουν τη χαρά να τη γευτούν πάρα πολύ λίγοι και είναι πτηνό προορισμένο για βασιλικά γεύματα (ιδιαίτερα από τα εντόσθια της γίνεται ένα από τα γευστικότερα κοκορέτσια).

Η ΜΠΕΚΑΤΣΑ όπως και να μαγειρευτεί δεν ξεχνιέται.


Δημήτρης Μίχος


  
Μια φωτογραφία, χίλιες λέξεις,
μετά από πολυ-ήμερο κυνήγι.

Δεν θα οικειοποιηθώ τις μπεκάτσες που κρατώ στα χέρια μου διότι ανήκουν σε εκπαιδευόμενη κυνηγο-παρέα.

Web site designed by George Charalampidis © 2006 ™